Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "παρα-σκευάζω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
παρα-σκευάζω, μέλ. -άσωΠαθ. παρακ. παρασκεύασμαι, γʹ πληθ. Ιων. υπερσ. παρεσκευάδατο·
Α. I. 1.
είμαι έτοιμος, ετοιμάζομαι, σε Ηρόδ., Αττ. 2. προμηθεύω, εξασφαλίζω, σε Δημ. 3. κάνω ή καθιστώ τέτοιου είδους, με μτχ. ή επίθ., παρασκευάζω τινὰ εὖ ἔχοντα, παρασκευάζω τινὰ ὅτι βέλτιστον, με απαρ., παρασκευάζω τινὰ ὡς μὴ ποιεῖν, τον συνηθίζω να μην κάνει κάτι, σε Δημ.· ομοίως, παρασκευάζω ὅπως ὡς βέλτισται ἔσονται αἱ ψυχαί, σε Πλάτ. 4. απόλ., κάνω κάποιον φίλο μου, σε Δημ. Β. Μέσ. και Παθ., I. 1. με την κύρια σημασία της Μέσ., παρασκευάζω ή προετοιμάζω για τον εαυτό μου, σε Ηρόδ., Αττ. 2. στους Ρήτ., προετοιμάζω ανθρώπους ως μάρτυρες, έτσι ώστε να πετύχω ευνοϊκή απόφαση μέσω εξαπάτησης (πρβλ. παρασκευή I. 3)· απόλ., I. διοργανώνω φατρία, δολοπλοκώ, σε Δημ.· ομοίως στην Ενεργ., σε Ξεν. II. 1. στη Μέσ. απόλ., προετοιμάζω τον εαυτό μου, κάνω προπαρασκευή, σε Ηρόδ., Αττ. 2. παρακ. παρεσκεύασμαι, στην Παθ. κυρίως, είμαι έτοιμος, προετοιμάζομαι, σε Ηρόδ., Αττ.· παρεσκευάσθαι τι, προετοιμάζω ένα πράγμα, σε Πλάτ.· απρόσ., ὡςπαρεσκευάσατο, όταν έγιναν οι προετοιμασίες, σε Θουκ.