Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "παρα-βάλλω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
παρα-βάλλω, μέλ. -βᾰλῶ, αόρ. βʹ παρέβᾰλον, παρακ. παραβέβληκα.Παθ., παρακ. βέβλημαι·
Α. I. 1.
ρίχνω δίπλα ή μπροστά, ρίχνω κάτι σε κάποιον, οπως τροφή στα άλογα, σε Όμηρ.· κρατώ ως δόλωμα, σε Ξεν. 2. ρίχνω στα δόντια κάποιου, Λατ. objicere, παρέβαλεν ἐμέ, με εξέθεσε, με παρέδωσε σε αυτούς, σε Αριστοφ.Μέσ., εκθέτω σε κίνδυνο κάποιον ή ό,τι του ανήκει, αἰέν ἐμὴν ψυχὴν παραβαλλόμενος πολεμίζειν, την διακινδυνεύω στον πόλεμο, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως, παραβάλλεσθαι τὰ τέκνα, σε Ηρόδ.Παθ., κύβοισι παραβεβλημένος, δοσμένος στα ζάρια, σε Αριστοφ. 2. Μέσ., εκθέτω σε κίνδυνο, διακυβεύω, πλείω παραβαλλόμενοι, αυτοί που έχουν περισσότερα συμφέροντα σε διακινδύνευση, σε Θουκ.· ομοίως σε Παθ. παρακ., Λακεδαιμονίοις πλεῖστον δὴ παραβεβλημένοι, αυτοί που διακινδύνευσαν περισσότερο, στον ίδ.· επίσης, τὸν κίνδυνον τῶν σωμάτων παραβαλλομένους, στον ίδ. III. 1. τοποθετώ δίπλα, συγκρίνω κάτι με κάτι άλλο, τί τινι, σε Ηρόδ.· τι πρός τι, σε Ξεν.· τι παρά τι, σε Πλάτ.· ομοίως σε Μέσ., απόλ., παραβαλλόμεναι, συγκρινόμενες με κάτι άλλο, σε Ευρ.· και σε Παθ., ἀπάτα δ' ἀπάταις παραβαλλομένα, απάτη που απαντά σε άλλες απάτες, σε Σοφ. 2. Μέσ., φέρνω παραπλεύρως, τὴν ἄκατον παραβάλλου, φέρε τη βάρκα σου παραδίπλα, σε Αριστοφ.· και απόλ., παραβαλοῦ, στον ίδ. IV. ρίχνω, γυρίζω, λυγίζω προς τα πλάγια, παραβάλλειν τὸν ὀφθαλμὸν ή τὼ ὀφθαλμῷ, ρίχνω πλάγιο βλέμμα, όπως κάνει ένα δειλό ζώο, στον ίδ., Πλάτ.· ομοίως, παραβάλλω τὸ ἔτερον οὖς πλάγιον, λυγίζω το αυτί μου έτσι ώστε να ακούσω, σε Ξεν.· παραβάλλω τοὺς γομφίους, τοποθετώ πλάγια στους γομφίους, σε Αριστοφ. V. εναποθέτω, εμπιστεύομαι, Λατ. committere, τί τινι, σε Ηρόδ. VI. σε Μέσ., εξαπατώ, προδίδω, στον ίδ., Ευρ. κ.λπ. Β. Αμτβ., I. έρχομαι κοντά, πλησιάζω, σε Πλάτ., Αριστ.· παραβάλλω ἀλλήλοις, συναντάμε ο ένας τον άλλο, σε Πλάτ. II. πορεύομαι μέσα από την θάλασσα, διέρχομαι, Λατ. trajicere, παρέβαλε νηυσί, σε Ηρόδ.· ομοίως, λέγεται για τα πλοία, ναῦς Πελοποννησίων παρέβαλον εἰς Ἰωνίαν, σε Θουκ. III. στρέφομαι προς, μεταβαίνω, σε Αριστ.