LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "παντᾰχοῦ"
- παντᾰχοῦ (πᾶς), επίρρ.: I. παντού, Λατ. ubique, ubinis, σε Ηρόδ., Αττ.· με γεν., πανταχοῦ τῆς γῆς, σε Πλάτ. II. ολοκληρωτικά, πάντα, απόλυτα, στον ίδ.

