LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "πανδημεί"
- πανδημεί ή -μί, Δωρ. πανδᾱμί, επίρρ. του πάνδημος, με όλο τον λαό, μαζεμένος σε ένα σύνολο ή σώμα, σε Ηρόδ.· σε Αισχύλ., πανδημεὶ βοηθεῖν, στρατεύειν, λέγεται για το σύνολο ενός εκστρατευτικού σώματος, σε Θουκ.

