Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "πάρ-οικος"

Βρέθηκε 1 λήμμα
πάρ-οικος, -ον, I. 1. αυτός που κατοικεί δίπλα ή κοντά, με γεν., σε Αισχύλ., Σοφ.· με δοτ., σε Θουκ.· απόλ., γείτονας, σε Αριστ. 2. πάροικος πόλεμος, πόλεμος με τους γείτονες, σε Ηρόδ. II. ως ουσ., παρεπιδημούντας, ξένος, αλλότριος, σε Κ.Δ.