Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "πάρ-οδος"

Βρέθηκε 1 λήμμα
πάρ-οδος, , I. 1. πάροδος, πέρασμα, διάβαση, πλαϊνός δρόμος, σε Θουκ. 2. διέλευση, είσοδος, στον ίδ.· ἐν τῇ παρόδῳ, καθώς περνούσαν, διέβαιναν, στον ίδ. II. πλάγια διέλευση, στενή είσοδος ή πρόσβαση, σε Ξεν.· λαβεῖν τὰς παρόδους (των Θερμοπυλών), σε Δημ. III. 1. ανέβασμα ρήτορα στο βήμα, ιδίως για αγόρευση σε συνέλευση, στον ίδ. 2. πρώτη είσοδος χορού σε τραγωδία, πρώτο χορικό άσμα σε τραγωδία, σε Αριστ.