LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "οὔκ-ουν"
- οὔκ-ουν, Ιων. οὔκ-ων, επίρρ. (οὐκ, οὖν)· I. σε ευθεία άρνηση, επομένως όχι, όχι λοιπόν, Λατ. non ergo, non igitur, itaque non, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.· σπανίως σε απόδοση υποθετικής πρότασης· αλλά η συμπερασματική ισχύς του σχεδόν δεν διακρίνεται, όπως το Λατ. non sane, σε αφήγηση· οὔκων δὴ ἔπειθεν, λοιπόν απέτυχε να τον πείσει, σε Ηρόδ. II. σε ερωτήσεις, συνεπώς όχι; όχι λοιπόν; όχι; όπως το Λατ. nonne ergo? σε Αισχύλ.· πρβλ. το επόμ.

