Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "οὐδ-έτερος"

Βρέθηκε 1 λήμμα
οὐδ-έτερος, , -ον, I. ούτε ένας από τους δύο, κανένας από τους δύο, Λατ. neuter αντί ne uter, σε Ηρόδ.· στον πληθ., όταν και τα δύο μέρη είναι στον πληθ., σε Ησίοδ., Ηρόδ.· επίρρ. οὐδετέρως, με κανέναν από τους δύο τρόπους, σε Πλάτ.· επίσης, το ουδ. ως επίρρ. οὐδετέρως, στον ίδ. II. ο ουδέτερος, αυτός που διάκειται με ουδετερότητα, τῶν μὲν αἱρετῶν οὐσῶν, τῶν δὲ φευκτῶν, τῶν δ' οὐδετέρων, σε Αριστ.