Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "οἰκτειρέω"

Βρέθηκαν 2 λήμματα [1 - 2]
οἰκτειρέω, μέλ. -ήσω, μεταγεν. τύπος του οἰκτείρω, σε Κ.Δ.
οἰκτειρέωή-ηρέω, παρατ. ᾤκτειρον, μέλ. οἰκτερῶ, αόρ. αʹ ᾤκτειρα, Ιων. εἴκτειραΠαθ., μόνο σε ενεστ. και παρατ. (οἶκτος1. συμπονώ, αισθάνομαι λύπηση για κάποιον, σπλαχνίζομαι, ελεώ, με αιτ., σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Αττ.· οἰκτειρέω τινά τινος, λυπάμαι κάποιον για κάτι ή για κάποιο λόγο, σε Αισχύλ.· επίσης, με αιτ. πράγμ., σε Αριστοφ. 2. με απαρ., οἰκτείρω νιν λιπεῖν, λυπάμαι να την αφήσω, σε Σοφ.