Αποτελέσματα για: "οἰκτειρέω"
Βρέθηκαν 2 λήμματα [1 - 2]
-
οἰκτειρέω, μέλ. -ήσω, μεταγεν. τύπος του οἰκτείρω, σε Κ.Δ.
-
οἰκτειρέωή-ηρέω, παρατ. ᾤκτειρον, μέλ. οἰκτερῶ, αόρ. αʹ ᾤκτειρα, Ιων. εἴκτειρα — Παθ., μόνο σε ενεστ. και παρατ. (οἶκτος)· 1. συμπονώ, αισθάνομαι λύπηση για κάποιον, σπλαχνίζομαι, ελεώ, με αιτ., σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Αττ.· οἰκτειρέω τινά τινος, λυπάμαι κάποιον για κάτι ή για κάποιο λόγο, σε Αισχύλ.· επίσης, με αιτ. πράγμ., σε Αριστοφ. 2. με απαρ., οἰκτείρω νιν λιπεῖν, λυπάμαι να την αφήσω, σε Σοφ.