LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "οἰκέω"
-
οἰκέω, Επικ. οἰκείω· παρατ. ᾤκεον, Αττ. ᾤκουν, Ιων. οἴκεον· μέλ. οἰκήσω, αόρ. αʹ ᾤκησα, παρακ. ᾤκηκα — Παθ. και Μέσ., μέλ. οἰκήσομαι, αόρ. αʹ ᾠκήθην, παρακ. ᾤκημαι, Ιων. γʹ πληθ. οἰκέαται (οἶκος)·
Α. Μτβ.: I. 1. ενοικώ, κατοικώ, έχω ως κατοικία μου, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Αττ. — Παθ., κατοικούμαι, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ.· πρβλ. οἰκουμένη. 2. Παθ., εγκαθίσταμαι σ' ένα μέρος ως κάτοικος, λέγεται για εκείνους στους οποίους έχουν αποδοθεί καινούριοι τόποι κατοικίας, σε Ομήρ. Ιλ.· οἱ ἐν τῇ ἠπείρῳ οἰκημένοι, αυτοί που έχουν εγκατασταθεί, δηλ. αυτοί που διαμένουν στις ηπειρωτικές περιοχές, σε Ηρόδ.· λέγεται για πόλεις, βρίσκομαι, κείμαι, στον ίδ. II. διοικώ, διευθύνω, κυβερνώ, όπως το διοικέω, σε Σοφ. κ.λπ. Β. Αμτβ.: I. κατοικώ, ζω, διαμένω, είμαι εγκατεστημένος, σε Όμηρ. κ.λπ.· ἔξω τῶν κακῶν οἰκεῖν γλυκύ, είναι ευχάριστο να ζει κανείς απαλλαγμένος από έγνοιες, σε Σοφ. II. 1. λέγεται για πόλεις, με Παθ. σημασία, κατοικούμαι, βρίσκομαι, κείμαι, σε Ηρόδ., Ξεν. 2. κυβερνιέμαι ή διοικούμαι με τέτοιον τρόπο, σωφρόνως γε οἰκοῦσα (πόλις) εὖ ἂν οἰκοῖτο, μια πόλη που έχει ως συνήθεια τον αυτοέλεγχο μπορεί να κυβερνηθεί σωστά, σε Πλάτ.

