LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ξενικός"
- ξενικός, -ή, -όν και -ός, -όν· Ιων. ξεινικός, I. 1. αυτός που ανήκει ή αρμόζει σε ξένο, ξενικού τύπου, αντίθ. προς το ἀστικός, σε Ευρ.· ξενικά, φόροι που πλήρωναν οι ξένοι στην Αθήνα, σε Δημ.· τὸ ξενικόν, κοινωνική τάξη ξένων, σε Αριστ.· τὸ ξενικόν (ενν. δικαστήριον), δικαστήριο στο οποίο οι ξένοι εγκαλούσαν ή εγκαλούνταν, στον ίδ. 2. λέγεται για ξένους στρατιώτες, μισθωμένος στρατιώτης για παροχή υπηρεσίας, μισθοφόρος, σε Ηρόδ., Ξεν.· τὸ ξενικόν = οἱ ξένοι, μισθοφορικό σώμα, σε Αριστοφ., Θουκ. κ.λπ. 3. = ξένιος, φιλόξενος, φιλικός, σε Αισχίν.· ἡ ξενική, φιλική σχέση όπως εκείνη μεταξύ οικοδεσπότη και φιλοξενούμενου, σε Αριστ. II. ξένος, αλλότριος, αλλοδαπός, αλλοεθνής, σε Ηρόδ.· ξενικὰ ὀνόματα, ονόματα προερχόμενα από ξένη γλώσσα (ό,τι και στη Ν.Ε.), σε Πλάτ.· λέγεται για ύφος λόγου, ξενικός λόγος, δηλ. λόγος γεμάτος από ασυνήθιστες λέξεις και φράσεις, σε Αριστ.

