Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "νομοθετέω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
νομοθετέω, μέλ. -ήσω, I. θεσπίζω νόμους, σε Πλάτ., Ξεν. κ.λπ.Μέσ., ορίζω νόμους για τον εαυτό μου, σχηματίζω νόμους, σε Πλάτ. II. μτβ., ορίζω κάτι μέσω των νόμων· τι, στον ίδ. κ.λπ.Παθ., απρόσ., περὶ ταῦτα οὕτω σφι νενομοθέτηται, έτσι έχει οριστεί από τον νόμο, σε Ηρόδ.