Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "νεωτερίζω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
νεωτερίζω (νεώτερος I), Αττ. μέλ. -ιῶ, I. επιχειρώ οτιδήποτε νέο, πραγματοποιώ απότομη αλλαγή, καινοτομώ, μεταχειρίζομαι βίαια μέτρα, σε Θουκ., Ξεν. κ.λπ.· νεωτερίζω ἐς τὴν ἀσθένειαν, αρρωσταίνω (ενώ ήμουν υγιής), σε Θουκ. II. 1. επιχειρώ πολιτικές μεταβολές, κινώ επανάσταση, στασιάζω, Λατ. res novas tentare, στον ίδ. κ.λπ. 2. με αιτ., νεωτερίζω τὴν πολιτείαν, ξεσηκώνω επανάσταση στην πολιτεία, σε Θουκ.Παθ., ἐνεωτερίζετο τὰ περὶ τὴν ὀλιγαρχίαν, στον ίδ.