Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "μῡρίος[ῐ]"

Βρέθηκε 1 λήμμα
μῡρίος[ῐ], , -ον, I. 1. αναρίθμητος, αμέτρητος, άπειρος, κανονικά ως προς τον αριθμό και συνήθως στον πληθ., σε Όμηρ.· στον ενικ. με περιληπτικά ονόματα, μυρίον χέραδος, σε Ομήρ. Ιλ.· χαλκός, σε Πίνδ. 2. λέγεται για μέγεθος, αμέτρητος, απέραντος, άπειρος, πένθος, ἄχος, σε Ομήρ. Ιλ.· μύριος κέλευθος, ατέλειωτο ταξίδι, σε Πίνδ.· μύριος χρόνος, στον ίδ.· μυρίη ὄψις, όλα τα είδη των θεαμάτων, σε Ηρόδ. κ.λπ. 3. το ουδ. στον πληθ. μυρία ως επίρρ., πολύ, απεριόριστα, ακατάπαυστα, κλαίειν, σε Ανθ. 4. η δοτ. ως επίρρ., μυρίῳ σοφώτερος, απείρως σοφότερος, σε Ευρ.· μυρίῳ βέλτιον, μυρίῳ κάλλιον, σε Πλάτ. II. ως αριθμητικό επίθ. στον πληθ. μύριοι, -αι, , δέκα χιλιάδες, ο μεγαλύτερος αριθμός που εκφραζόταν μονολεκτικά στην Αρχ. Ελληνική, σε Ησίοδ. κ.λπ.· στον ενικ., με περιληπτικά ονόματα, ἵππος μυρίη, 10.000 ιππείς σε Ηρόδ.· ἀσπὶς μυρία, σε Ξεν.