Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "μισθόω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
μισθόω (μισθός), μέλ. -ώσω, αόρ. αʹ ἐμίσθωσα, παρακ. μεμίσθωκα· I. ενοικιάζω αντί μισθώματος, ενοικιάζω καλλιεργήσιμη γη, εκμισθώνω, Λατ. locare, τί τινι, σε Αριστοφ.· σε ενεστ. και παρατ., προσφέρω για ενοικίαση, μισθοῖ αὑτὸν Ὀλυνθίοις, προσφέρει έναντι μισθού τις υπηρεσίες του σ' αυτούς, σε Δημ.· με απαρ., μισθῶ τὸν νηὸν τριηκοσίων ταλάντων ἐξεργάσασθαι, παραχωρώ, εκχωρώ την οικοδόμηση του ναού για 300 τάλαντα, Λατ. locare aedem exstruendam, σε Ηρόδ. II. Μέσ., μέλ. μισθώσομαι, αόρ. αʹ ἐμισθωσάμην, παρακ. μεμίσθωμαι, εκχωρώ σε κάποιον, παραχωρώ έναντι μισθώματος, Λατ. conducere, σε Ηρόδ., Αττ.· μισθῶ τινα ταλάντου, μισθώνω τις υπηρεσίες του για ένα τάλαντο το χρόνο, σε Ηρόδ.· με απαρ., μισθῶ νηὸν ἐξοικοδομῆσαι, κλείνω συμφωνία για την οικοδόμηση του ναού, Λατ. conducere aedem aedificandam, στον ίδ. III. Παθ., αόρ. αʹ ἐμισθώθην, παρακ. μεμίσθωμαι (βλ. ανωτ. II)· παραχωρούμαι έναντι μισθώματος, σε Ηρόδ.· ἐκ τοῦ μισθωθῆναι, από την ενοικίαση, σε Δημ.· λέγεται για οικία, παρέχεται προς ενοικίαση βάσει συμβολαίου, στον ίδ.