Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "μητις"

Βρέθηκαν 2 λήμματα [1 - 2]
μῆτις, (*μάω), γεν. -ιος, Αττ. -ιδος, δοτ. μήτιδι, Επικ. μήτῑ αντί μήτιι, πληθ. μητίεσσι· αιτ. μῆτιν· I. η συμβουλευτική ικανότητα, σοφία, συμβουλή, πανουργία, δόλος, σε Όμηρ., Αισχύλ.· μῆτιν ἀλώπηξ, αλεπού ως προς την πανουργία, σε Πίνδ.· λέγεται για το ταλέντο ή την τέχνη ενός ποιητή, στον ίδ. II. πληροφορία, συμβουλή, σχέδιο, επιχείρηση, μῆτιν ὑφαίνειν, σε Όμηρ.
μή-τῐς ή μήτις, , (τίςουδ. μή-τῐ, γεν. μή-τῐνος· I. μήπως κάποιος, μήπως κάτι, Λατ. ne quis, ne quid, συντασσόμενο όπως το επίρρ. μή, σε Όμηρ. κ.λπ. II. 1. μήτι ή μή τι, επίρρ. που χρησιμ. για προσταγή, σε Ομήρ. Ιλ.· με ευκτ., λέγεται για να εκφράσει επιθυμία, ὄλοιντο μή τι πάντες, σε Σοφ. 2. μετά από ρήματα φόβου ή αμφιβολίας, σε Όμηρ. κ.λπ. 3. σε ερωτήσεις, μή τί σοι δοκῶ ταρβεῖν; σου φαίνομαι να φοβάμαι; (δηλ., δεν φοβάμαι), σε Αισχύλ. 4. μή τί γε, για να μην αναφέρω, πολύ λιγότερο, Λατ. nedum, ne dicam, σε Δημ.