LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "μηνῡτής"
- μηνῡτής, -οῦ, Δωρ. μᾱνῡτάς, -α, ὁ (μηνύω),· I. φέρνω στο φως, μηνυτὴς χρόνος, σε Ευρ. II. ως ουσ., πληροφοριοδότης, Λατ. delator, σε Θουκ.· κατά τινος, εναντίον ενός προσώπου, σε Δημ.

