Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "μετ-έχω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
μετ-έχω, Αιολ. πεδ-έχω, μέλ. μεθ-έξω, παρακ. μετ-έσχηκα· 1. συμμετέχω, απολαμβάνω μερίδιο, έχω μερίδιο σε κάτι, λαμβάνω μέρος σε κάτι, κάπου, με γεν. πράγμ., σε Θέογν., Αισχύλ.· με γεν. προσ., απολαμβάνω τη φιλία κάποιου, σε Ξεν.· μετέχω τῶν πεντακισχιλίων, είναι μέλη των 5.000 κατά διαδοχή, σε Θουκ.· με προσθήκη δοτ. προσ., μετέχω τινός τινι, συμμετέχω σε κάτι από κοινού με κάποιον άλλο, σε Πίνδ., Ευρ.· συχνά το τμήμα ή το μερίδιο δηλώνεται, μετέχω τάφου μέρος, σε Αισχύλ. κ.λπ. 2. σπανίως με αιτ. μόνο, ἀκερδῆ χάριν μετέχω, σε Σοφ. 3. αμτβ., οἱ μετέχοντες, σύντροφοι, σε Ηρόδ.