Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "μετα-πείθω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
μετα-πείθω, μέλ. -σω, αλλάζω την πεποίθηση ενός ανθρώπου, σε Αριστοφ., Δημ.Παθ., έχω πειστεί να αλλάξω (άποψη), σε Πλάτ. κ.λπ.