Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "μελέτη"

Βρέθηκαν 5 λήμματα [1 - 5]
μελέτη, (μέλω),· I. 1. φροντίδα, προσοχή, σε Ησίοδ.· μελέτη πλεόνων, φροντίδα για πολλά πράγματα, στον ίδ.· ἔργων μελέτη, προσοχή κατά την ανάληψη δράσης, σε Θουκ.· αλλά με γεν. υποκ., φροντίδα που προσφέρεται από κάποιον, θεῶν του μελέτῃ, σε Σοφ. 2. α) πρακτική, εξάσκηση, Λατ. meditatio, σε Πίνδ.· ἡ δι' ὀλίγου μελέτη, η σύντομη εξάσκησή τους, σε Θουκ.· πόνων μελέται, κοπιαστικές ασκήσεις, λέγεται για στρατιωτική εκπαίδευση της Σπάρτης, στον ίδ. β) με στρατιωτική έννοια, εξάσκηση, άσκηση, γυμνάσια, στον ίδ. γ) λέγεται για ρήτορα, δοκιμή, πρόβα του λόγου, σε Δημ. 3. επιδίωξη, σε Πίνδ. II. έγνοια, ανησυχία, μελέτῃ κατατρύχεσθαι, σε Ευρ.
μελέτημα-ατος, τό (μελετάω), πρακτική, εξάσκηση, μελέτη, σε Πλάτ., Ξεν.
μελετηρός, , -όν (μελετάω), αυτός που εξασκείται επιμελώς, σε Ξεν.
μελετητέον, ρημ. επίθ. του μελετάω, κάτι που πρέπει να μελετηθεί, σε Πλάτ.
μελετητήριον, τό (μελετάω), τόπος εξάσκησης, σε Πλούτ.