Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "μεθ-ίστημι"

Βρέθηκε 1 λήμμα
μεθ-ίστημι,
Α. I.
μτβ., σε ενεστ. και παρατ., μέλ. και αόρ. αʹ, 1. τοποθετούμαι με διαφορετικό τρόπο, αλλάζω στάση, αλλάζω· μεταστήσω τοι ταῦτα, θα σου δώσω ένα άλλο δώρο αντί γι' αυτό, σε Ομήρ. Οδ.· μεθίστημι τὰ νόμιμα πάντα, σε Ηρόδ.· ὄνομα, κ.λπ., σε Ευρ. 2. με γεν. διαιρ., οὐ μεθίστησι τοῦ χρώματος, δεν έχει αλλάξει τίποτε στη στάση του, σε Αριστοφ. II. 1. λέγεται για πρόσωπα, απαλλάσσομαι, νόσου, από αρρώστια, σε Σοφ.· κακῶν, ὕπνου, σε Ευρ. 2. μετακινώ, στον ίδ., σε Θουκ.· ομοίως στον Μέσ. αόρ. αʹ, μεταστήσασθαι, μετακινούμαι ή απομακρύνομαι από κάποιον παρόντα, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ. Β. Παθ., αόρ. αʹ μετεστάθην [ᾰ], με αόρ. βʹ, παρακ. και υπερσ. με Ενεργ. σημασία· I. 1. στέκομαι μεταξύ ή στο μέσον, ἑτάροισι μεθίστατο, σε Ομήρ. Ιλ. 2. αλλάζω τη στάση κάποιου, απομακρύνω, αναχωρώ, σε Ηρόδ., Αττ.· μετεστάθην τυράννοις ἐκπόδων, εκδιώκω τους τυράννους, σε Ευρ. 3. με γεν. πράγμ., μεταβάλλω ή πτύω κάτι, κότου, σε Αισχύλ.· λύπης, κακῶν, σε Ευρ.· μετεστάθην βίου, πεθαίνω, στον ίδ.· μετεστάθην φρενῶν, τρελαίνομαι, στον ίδ. 4. περνώ σε άλλη πολιτική παράταξη, στασιάζω, σε Θουκ. II. λέγεται για πράγματα, μεταβάλλω, τροποποιώ, κάποιες φορές προς το καλύτερο, τῆς τύχης εὖ μετεστεώσης, σε Ηρόδ.· ή προς το χειρότερο, δαίμων μεθέστηκε στρατῷ, η τύχη έχει μεταβληθεί αρνητικά για το στράτευμα, σε Αισχύλ.