LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "λειτουργία"
- λειτουργία, ἡ (λειτουργέω)· I. στην Αθήνα, βαρύ δημόσιο καθήκον, το οποίο οι πλουσιώτεροι πολίτες αναλάμβαναν να εκτελέσουν με δικές τους δαπάνες. Οι τακτικές λειτουργίες, οι λεγόμενες ἐγκύκλιοι στην Αθήνα, ήταν η γυμνασιαρχία, η χορηγία και η ἑστίασις· οι έκτακτες, όπως η τριηραρχία, εξυπηρετούσαν ιδιαίτερες ανάγκες της Πολιτείας. II. γενικά, κάθε υπηρεσία ή εξυπηρέτηση, βοήθεια, επικουρία, σε Κ.Δ. III. δημόσια λατρεία θεών, σε Αριστ.· υπηρεσία ή ιερή διακονία ιερέων, σε Κ.Δ.· έπειτα, με τη σύγχρονη έννοια, Θεία λειτουργία, Θεία Ευχαριστία.

