LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "κοιμίζω"
- κοιμίζω, μέλ. Αττ. -ιῶ· κοιμάω, 1. βάζω για ύπνο, σε Ευρ.· ἄημα ἐκοίμισε πόντον, δηλ. οι άνεμοι σταμάτησαν να φυσούν και άφησαν τη θάλασσα να ηρεμήσει, (πρβλ. του Βιργ. straverunt aequova venti), σε Σοφ.· μεταφ., μεγαληγορίαν κ., την καταπνίγω, σε Ευρ.· ομοίως, κ. τὰς λύπας, σε Ξεν. — Παθ., παῖς κοιμίζεται, σε Ευρ. 2. λέγεται για τον ύπνο του θανάτου, σε Σοφ., Ευρ.· επίσης στη Μέσ., σε Ευρ.

