LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "κλέμμα"
- κλέμμα, -ατος, τό (κλέπτω)· I. κλοπιμαίο, σε Ευρ., Αριστοφ. II. στρατήγημα, τέχνασμα στον πόλεμο, σε Θουκ.· απάτη, σε Δημ., Αισχίν.

