LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "κηδεστής"
- κηδεστής, -οῦ, ὁ (κῆδος), συγγενής μέσω γάμου, Λατ. offinis, σε Ξεν. κ.λπ.· ιδίως, γαμπρός (από γάμο), πεθερός, πατριός, σε Δημ.· κουνιάδος, σε Ευρ.

