Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "κατ-ορθόω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
κατ-ορθόω, μέλ. -ώσω, I. 1. τοποθετώ ίσια, ανορθώνω, ανοικοδομώ, σε Ευρ. μεταφ., κρατώ ίσιο, τοποθετώ σε όρθια στάση, σε Σοφ. 2. διεκπεραιώνω επιτυχώς, φέρνω σε επιτυχή έκβαση, σε Πλάτ., Δημ.Παθ., ευημερώ, επιτυγχάνω, σε Ηρόδ., Ευρ.· δρᾶν κατώρθωσαι, σωστά σκόπευες να πράξεις, σε Αισχύλ. II. αμτβ., όπως στην Παθ., προβαίνω ευτυχώς, επιτυγχάνω, σε Θουκ., Ξεν.· τὸ κατορθοῦν, επιτυχία, σε Δημ.