LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "κατ-ηγορέω"
- κατ-ηγορέω, μέλ. -ήσω (ἀγορεύω), I. 1. μιλώ εναντίον κάποιου, κατηγορώ, μέμφομαι, τινός, σε Ηρόδ.· κατά τινος, σε Ξεν. 2. κ. τί τινος, επιφέρω ή επισύρω κατηγορία κατά ενός προσώπου, τον κατηγορώ γι' αυτό, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ. 3. με αιτ. πραγμ. μόνο, αναφέρω σαν κατηγορία έναντι κάποιου, σε Σοφ., Θουκ. κ.λπ.· απρόσ. με απαρ., σφέων κατηγόρητο μηδίζειν, τους αποδόθηκε η κατηγορία ότι μιμούνταν τους Μήδους, σε Ηρόδ.· ομοίως, κατηγορεῖταί τινος ὡς βαρβαρίζει, σε Ξεν. 4. απόλ., είμαι κατήγορος, εμφανίζομαι ως κατήγορος, σε Αριστοφ., Πλάτ. II. σημαίνω, αποδεικνύω, υποδεικνύω, υποδηλώνω, Λατ. arguo, με αιτ. πράγμ., τι, σε Ξεν.· με γεν., λέω για, σε Αισχύλ.

