LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "κατ-εργάζομαι"
- κατ-εργάζομαι, μέλ. -άσομαι, αόρ. αʹ -ειργασάμην, και (με Παθ. σημασία) -ειργάσθην· I. 1. α) παρακ. -είργασμαι, μαζί με Ενεργ. και Παθ. σημασία· αποθ.· κατορθώνω με μόχθο, επιτυγχάνω, περατώνω, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.· ομοίως ο παρακ. κατείργασμαι, σε Ξεν.· αλλά με Παθ. σημασία, έχω επιτευχθεί ή ολοκληρωθεί, σε Ηρόδ., Ευρ. β) κερδίζω ή αποκτώ με κόπο, διασφαλίζω, τὴν ἡγεμονίαν, σε Ηρόδ.· σωτηρίαν, σε Ευρ.· με Παθ. σημασία, ἀρετὴ ἀπὸ σοφίης κατειργασμένη, σε Ηρόδ. γ) απόλ., είμαι επιτυχημένος, στον ίδ. 2. α) με αιτ. προσ., όπως το Λατ. conficre, αποπερατώνω, ολοκληρώνω, αποτελειώνω, σκοτώνω, στον ίδ., Σοφ., Ευρ. β) υποτάσσω, υποδουλώνω, κατακτώ, σε Ηρόδ., Αριστοφ., Θουκ.· Παθ. παρακ., έχω καταβληθεί, έχω εξουδετερωθεί, σε Θουκ.· κατείργασται πέδον, υποτάχθηκε, έχει καλλιεργηθεί, σε Αισχύλ. γ) επικρατώ πάνω σε, σε Ηρόδ., Ξεν.· Παθ. αόρ. αʹ, οὐκ ἐδύνατο κατεργασθῆναι, δεν μπορούσε να επικρατήσει πάνω σε, σε Ηρόδ. II. εργάζομαι, παρασκευάζω προς χρήση, Λατ. concoquere, κ. μέλι, φτιάχνω μέλι, στον ίδ.

