Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "κατ-αισχύνω[ῡ]"

Βρέθηκε 1 λήμμα
κατ-αισχύνω[ῡ], μέλ. -ῠνῶ, I. καταισχύνω, εξευτελίζω, ατιμάζω, ντροπιάζω, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ., Αττ.· τὴνσὴν οὐ κατ. φύσιν, δεν ντροπιάζω την φύση σου, δηλ. δεν αποδεικνύομαι ανάξιος, κατώτερός σου, σε Σοφ.· ἐμὸν καταίσχυνε χρέος, με εξευτέλισε γιατί το χρέος μου παρέμεινε απλήρωτο, σε Πίνδ. II. Μέσ., αισθάνομαι ντροπή ενώπιον, μπροστά σε, θεούς, σε Σοφ.· ομοίως και σε Παθ. αόρ. αʹ καταισχυνθῆναι, ὅπως μὴ δόξει, ντρέπομαι μήπως θεωρηθώ, σε Θουκ.