LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "κατα-χᾰρίζομαι"
- κατα-χᾰρίζομαι, μέλ. Αττ. -ιοῦμαι, αποθ., 1. δίνω ή παραχωρώ κάτι από ευγένεια, σε Αισχίν.· κ. τὰ δίκαια, εκδίδω απόφαση από ιδιωτικό συμφέρον, σε Πλάτ. 2. επιδεικνύω εύνοια σε κάποιον, με δοτ., σε Δημ.

