LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "κατα-χράομαι"
-
κατα-χράομαι, μέλ. -χρήσομαι, παρακ. -κέχρημαι, και με Ενεργ. και με Παθ. σημασία· I. 1. αόρ. αʹ -εχρήσθην·
Α. I. 1. Αποθ.· κάνω πλήρη χρήση πράγματος, εφαρμόζω, με δοτ., σε Πλάτ., Δημ. 2. χρησιμοποιώ στο έπακρο, καταναλώνω, με αιτ., σε Δημ. 3. κακομεταχειρίζομαι, καταχρώμαι, με δοτ., σε Πλάτ. 9. λέγεται για πρόσωπα, αφανίζω, εξολοθρεύω, φονεύω, με αιτ., σε Ηρόδ.· ομοίως, αόρ. αʹ καταχρησθῆναι, με Παθ. σημασία, τον ίδ. II. ισχυρίζομαι, διατείνομαι, διεκδικώ, σε Δημ. Β. Ενεργ., καταχράω, μόνο στους Ιων. συγγραφείς στο γʹ ενικ., ἀντὶλοφου ἡ λοφιὴ κατέχρα, η χαίτη αρκεί σ' αυτούς ως λοφίο, σε Ηρόδ.· απρόσ., οὐδέ οἱ καταχρήσει ὑμέων ἀπέχεσθαι, ούτε θα του αρκέσει να απομακρύνει τα χέρια του από εσένα, στον ίδ.

