LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "κατα-φρονέω"
- κατα-φρονέω, μέλ. -ήσω, I. 1. περιφρονώ, αψηφώ, δηλ. θεωρώ ανάξιο, απαξιώ, τινός, σε Ηρόδ., Ευρ. κ.λπ. 2. με αιτ., δεν λογαριάζω, παίρνω αψήφιστα, σε Ηρόδ., Αττ. — Παθ., αψηφούμαι, περιφρονούμαι, σε Ξεν. κ.λπ. 3. απόλ., είμαι περιφρονητικός, είμαι υπεροπτικός, σε Θουκ. 4. με απαρ., σκέφτομαι περιφρονητικά πως..., θεωρώ ότι..., καταφρονήσαντες κρέσσονες εἶναι, σε Ηρόδ.· καταφρονοῦντες κἂν προαισθέσθαι, σε Θουκ. II. με αιτ. πράγμ., μόνο στους Ιων. συγγραφείς (πρβλ. κατανοέω), στηρίζω τις σκέψεις μου πάνω σε..., επιζητώ, επιδιώκω σε, Λατ. affectare, τὴν τυραννίδα, σε Ηρόδ.· επίσης παρατηρώ με περιφρόνηση, τι, στον ίδ.

