Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "κατα-σκάπτω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
κατα-σκάπτω, μέλ. -ψω, σκάβω, καταστρέφω ολοσχερώς, ξεσηκώνω από τα θεμέλια, καταρρίπτω, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.Παθ., οἰκία οἱ κατεσκάφη (αόρ. βʹ), σε Ηρόδ.