Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "κατα-πλήσσω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
κατα-πλήσσω, Αττ. -ττω, μέλ. -ξω, I. καταρρίπτω χτυπώντας· μεταφ., καταπλήσσω, τρομοκρατώ, σε Θουκ., Ξεν. κ.λπ.Παθ., καταλαμβάνομαι από μεγάλο φόβο, είμαι έκπληκτος, θαμπώνομαι, κατεπλήγη (αόρ. βʹ), σε Ομήρ. Ιλ.· Αττ. απαρ. αορ. βʹ καταπλαγῆναι, σε Θουκ.· παρακ. βʹ πληθ. καταπέπληχθε, στον ίδ.· με αιτ., καταπλαγέντες τὸν Φίλιππον, σε Δημ.