LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "κατα-πίπτω"
- κατα-πίπτω, μέλ. -πεσοῦμαι, αόρ. βʹ κατ-έπεσον, ποιητ. κάπ-πεσον, γʹ δυϊκ. καπ-πεσέτην· παρακ. πέπτωκα· I. 1. πέφτω ή ρίχνομαι κάτω, σε Όμηρ., Ηρόδ., Αττ.· χρησ. ως Παθ., κάππεσε = κατεβλήθη, σε Αισχύλ. 2. μεταφ., κάππεσε θυμός, κατέπεσε, μειώθηκε το ηθικό τους, σε Ομήρ. Ιλ.· κ. εἰς ἀπιστίαν, σε Πλάτ. II. πάσχω από επιληψία, σε Λουκ.

