LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "κατα-καίω"
- κατα-καίω, Αττ. -κάω [ᾱ], Επικ. απαρ., κατακαιέμεν· μέλ. -καύσω, αόρ. αʹ κατέκαυσα, Επικ. κατέκηα, αʹ πληθ. υποτ. κατακήομεν ή -κείομεν (αντί -κήωμεν), απαρ. κατακῆαι, συγκοπτ. κακκῆαι· παρακ. -κέκαυκα — Παθ., μέλ. -καυθήσομαι, αόρ. αʹ κατεκαύθην, αόρ. βʹ κατεκάην, παρακ. -κέκαυμαι· (πρβλ. καίω)· I. καίω εντελώς, αφανίζω, καταστρέφω εντελώς, κατακαίω ολοκληρωτικά, σε Όμηρ., σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ.· κ. τοὺς μάντιας, τους έκαψαν ζωντανούς, σε Ηρόδ.· ζώοντα κατακαυθῆναι, στον ίδ. II. Παθ., λέγεται για φωτιά, σε τμήση, κατὰ πῦρ ἐκάη, είχε καεί εντελώς, είχε καεί και σβήσει, σε Ομήρ. Ιλ.

