LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "κατα-δουλόω"
- κατα-δουλόω, μέλ. -ώσω, I. 1. οδηγώ σε δουλεία, υποδουλώνω, σκλαβώνω, σε Ηρόδ., Θουκ. — Παθ., καταδεδούλωντο, κατεδουλώθησαν, σε Ηρόδ. 2. Μέσ., κάνω κάποιον δούλο μου, υποδουλώνω, εξανδραποδίζω, στον ίδ., σε Ξεν.· ομοίως και στον Παθ. παρακ., σε Ευρ., Πλάτ. II. υποδουλώνω, κυριεύω, κατακτώ το πνεύμα — Παθ., σε Ξεν., Πλάτ.

