LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "καταδεής"
- καταδεής, -ές (καταδέω Β), I. 1. αυτός που έχει ανάγκη, στερημένος ενός πράγματος, με γεν., σε Ηρόδ.· απόλ., ενδεής, άπορος, σε Δημ. 2. συγκρ. καταδεέστερος, υποδεέστερος, κατώτερος, στον ίδ. κ.λπ. II. επίρρ. -δεῶς, κυρίως στον συγκρ., καταδεεστέρως ἔχειν περί τι, είμαι κατώτερος σε κάτι, στον ίδ.

