LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "εὔ-ψῡχος"
- εὔ-ψῡχος, -ον (ψυχή), θαραλλέος, γενναιόψυχος, ανδρείος, άφοβος, ψυχωμένος, Λατ. animosus, σε Αισχύλ. κ.λπ.· τὸ ἐς τὸ ἔργα εὔψυχον, σε Θουκ.· εὐψυχότατοι πρὸς τὸ ἐπιέναι, στον ίδ.· επίρρ. -χως, σε Ξεν.

