LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "εὔθῡνᾰ"
- εὔθῡνᾰ, ἡ, γεν. -ης, αιτ. -ᾰν (εὐθύνω)· I. επανόρθωση, διόρθωση, τιμωρία, ξυλοδαρμός, μαστίγωση, σε Πλάτ. II. στην Αθήνα, λογοδοσία δημοσίου υπαλλήλου, ρύθμιση οικονομικών εκκρεμοτήτων, διαχειριστικός έλεγχος, σε Αριστοφ. κ.λπ.· στον πληθ., στον ίδ. κ.λπ.· εὔθυναι τῆς πρεσβείας, λογοδοσία της πρεσβείας, σε Δημ.· εὐθύνας ἀπαιτεῖν, απαίτηση απόδοσης λογαριασμού, στον ίδ.· εὐθύνας διδόναι, υποβάλλω λογαριασμούς για έλεγχο, σε Αριστοφ.· εὐθύνας ὀφλεῖν, σε Λυσ. κ.λπ.

