Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "εὐ-δόκῐμος"

Βρέθηκε 1 λήμμα
εὐ-δόκῐμος, -ον, αυτός που έχει καλή φήμη, τιμημένος, ένδοξος, δοξασμένος, επιτυχής, σε Αισχύλ., Ευρ.· πρός τι, σε κάτι, σε Πλάτ.