Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "δορῠφορέω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
δορῠφορέω, μέλ. -ήσω (δορυφόροςI. υπηρετώ ως σωματοφύλακας, τινά, σε Ηρόδ., Θουκ.· γενικά, φρουρώ, φυλάσσω, σε Δημ.Παθ., φρουρούμαι, στον ίδ. II. δ. τινί, υπηρετώ ως φρουρός, σε Ξεν.