Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "δι-ορύσσω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
δι-ορύσσω, Αττ. -ττω, μέλ. -ξω, σκάβω και ανοίγω χαντάκι διαμέσου ή κατά μήκος, τάφρον, σε Ομήρ. Οδ.· τοῖχον δ. = τοιχωρυχέω, σε Ηρόδ., Αριστοφ.