Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "δι-ορίζω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
δι-ορίζω, Ιων. δι-ουρίζω, μέλ. Αττ. -οριῶ, I. 1. τραβώ διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε, διαχωρίζω με σύνορα, διακρίνω, ξεχωρίζω, σε Ηρόδ., Πλάτ. 2. διαφοροποιώ, ορίζω, καθορίζω, διασαφηνίζω, αποφασίζω, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ. 3. ορίζω, διακηρύσσω, σε Σοφ.· με απαρ., αποφασίζω για κάτι να είναι..., σε Δημ.· με απαρ., που παραλείπεται, μικρὸν καὶμέγαν διώρισαν με, σε Σοφ.Μέσ., με Παθ. παρακ. με Μέσ. σημασία, σε Δημ. 4. απόλ., κάνω διάκριση, αποδίδω ορισμούς, στον ίδ.· ομοίως στη Μέσ., σε Αριστοφ. κ.λπ. II. μεταφέρω πέρα από τα σύνορα, εξορίζω, σε Ευρ., Πλάτ.· γενικά, οδηγώ σε άλλο τόπο, σε Ευρ.· δ. πόδα, αναχωρώ, στον ίδ.