Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "δι-οικέω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
δι-οικέω, παρατ. -διῴκουν, μέλ. -ήσω, αόρ. αʹ διῴκησα, παρακ. διῴκηκαΠαθ. αόρ. αʹ διῳκήθην, παρακ. διῴκημαι· I. 1. κυρίως, διαχειρίζομαι το σπίτι· έπειτα, γενικά, χειρίζομαι, κυβερνώ, διοικώ, διευθύνω, τὴν πόλιν, σε Θουκ. κ.λπ.· ιδίως, χρησιμ. για οικονομικά ζητήματα, σε Δημ.Μέσ., κυβερνώ σύμφωνα με τη θέληση και επιθυμία μου, τὰπράγματα, στον ίδ.· Παθ. παρακ. (με την ίδια σημασία), στον ίδ. 2. παρέχω, προμηθεύω, προνοώ, στον ίδ. II. διαμένω χωριστά, κατοικώ σε ξεχωριστούς τόπους, σε Πλάτ.Μέσ., ζω χωριστά, σε Ξεν.