LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "δι-ήκω"
- δι-ήκω, μέλ. -ξω, I. εκτείνομαι ή φθάνω από το ένα μέρος στο άλλο, σε Ηρόδ., Θουκ. II. 1. με αιτ., περνώ, διέρχομαι διαμέσου, ανάμεσα, εισχωρώ, κατέχω, σε Αισχύλ., Σοφ. 2. διέρχομαι, περνώ, υπερβαίνω, σε Αισχύλ.

