LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "δι-έρχομαι"
- δι-έρχομαι, μέλ. διελεύσομαι (αλλά το δίειμι χρησιμ. ως Αττ. μέλ. και το διῄειν ως παρατ.), αόρ. βʹ διῆλθον, αποθ.: I. 1. διέρχομαι, διαπερνώ, περνώ ανάμεσα, απόλ. ή με γεν., σε Ομήρ. Ιλ., Σοφ.· με αιτ. επίσης, σε Ομήρ. Ιλ., Θουκ. κ.λπ. 2. συμπληρώνω, ολοκληρώνω, τελειώνω, σε Ηρόδ., Πλάτ. κ.λπ. 3. λέγεται για φήμη, βάξις διῆλθ' Ἀχαιούς, σε Σοφ.· απόλ., λόγος διῆλθε, διαδόθηκε, εξαπλώθηκε, σε Θουκ., Ξεν. 4. λέγεται για πόνο, διαπερνώ κάποιον, σε Σοφ.· λέγεται και για το πάθος, στον ίδ.· ἐμὲ διῆλθέ τι, μια σκέψη πέρασε απ' το νου μου, σε Ευρ. 5. αναλύω διεξοδικά, διηγούμαι με λεπτομέρεια, σε Αισχύλ., Θουκ. II. αμτβ., λέγεται για χρόνο, παρέρχομαι, περνώ, διαβαίνω, σε Ηρόδ., Δημ.· ομοίως, σπονδῶν διελθουσῶν, σε Θουκ.· αλλά, διελθὼν ἐς βραχὺν χρόνον, σε Ευρ.

