Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "δια-τίθημι"

Βρέθηκε 1 λήμμα
δια-τίθημι, μέλ. -θήσω,
Α. I.
τοποθετώ ξεχωριστά, κανονίζω, διαρρυθμίζω, τακτοποιώ καθετί στο δικό του ξεχωριστό μέρος, ταξινομώ, τὸ μὲν ἐπὶ δεξιά, τό δ' ἐπ' ἀριστερά, σε Ηρόδ.· ομοίως σε Ξεν. κ.λπ. II. 1. διαχειρίζομαι, κυβερνώ καλά ή άσχημα, με επίρρ., κράτιστα διατιθέναι τὰ τοῦ πολέμου, σε Θουκ.· λέγεται για πρόσωπα, δ. τινα ἀνηκέστως, μεταχειρίζεται με βαρβαρότητα, σε Ηρόδ.Παθ., οὐ ῥαδίως διετέθη, δεν του συμπεριφέρθηκαν ή δεν τον αντιμετώπισαν πολύ ευγενικά, σε Θουκ. 2. οὕτω διατιθέναι τινά, προδιαθέτω κάποιον έτσι ή έτσι, σε Πλάτ. κ.λπ. III. απαριθμώ, εκθέτω, διηγούμαι, απαγγέλλω, στον ίδ. Β. 1. Μέσ., κανονίζω όπως μου αρέσει, τακτοποιώ, διαθέτω σύμφωνα με την αρεσκεία μου, τὴν θυγατέρα, σε Ξεν. κ.λπ. 2. διαθέτω σε κάποιον την περιουσία, τη μεταβιβάζω με διαθήκη, σε Πλάτ., ὁ διαθέμενος, κληροδότης, διαθέτης, σε Κ.Δ. 3. εκθετώ προς πώληση, διαθέτω προς εμπόριο, εμπορεύομαι, πουλώ, σε Ηρόδ., Ξεν. 4. διακανονίζω αμοιβαίως, δ.διαθήκην τινί, συνάπτω συμβόλαιο με κάποιον, σε Αριστοφ., Κ.Δ.· πρός τινα, στο ίδ.· ἔριν δ. ἀλλήλοις, δημιουργώ διαμάχη με κάποιον, σε Ξεν.