Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "δια-πράσσω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
δια-πράσσω, Αττ. -ττω, Ιων. -πρήσσω, μέλ. -πράξω, I. διέρχομαι, με γεν. διέπρησσον πεδίοιο, πορεύονταν μέσα από την πεδιάδα, διέσχιζαν την πεδιάδα, της Ομήρ. Ιλ.· επίσης, δ. κέλευθον, ολοκληρώνω το ταξίδι, σε Ομήρ. Οδ.· επίσης λέγεται για χρόνο, με μτχ., ἤματα διέπρησσον πολεμίζων, περνούσαν οι μέρες πολεμώντας στη μάχη, σε Ομήρ. Ιλ.· διαπρήξαιμι λέγων, ήθελε να τελειώσει λέγοντας, σε Ομήρ. Οδ. II. πραγματοποιώ, κατορθώνω, εκτελώ, τακτοποιώ, σε Ηρόδ.· δ. τί τινι, εκτελώ μια πράξη για χάρη κάποιου, στον ίδ.· επίσης στη Μέσ., στον ίδ.· Παθ. παρακ. με Μέσ. σημασία, σε Πλάτ. κ.λπ.· με τη στενή έννοια της Μέσ., κατορθώνω για τον εαυτό μου, κερδίζω, έχω σκοπιμότητα, επωφελούμαι, σε Ηρόδ., Ξεν.· με απαρ., κατορθώνω να, στον ίδ. III. φέρνω σε τέλος, καταστρέφω, αποκτείνω, Λατ. conficere, στη μτχ. Παθ. παρακ. διαπεπραγμένος, σε Τραγ.