Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "δια-μνημονεύω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
δια-μνημονεύω, μέλ. -σω, 1. ανακαλώ στη μνήμη, θυμάμαι, σε Ηρόδ.· με γεν., σε Πλάτ.· με αιτ., σε Ξεν. κ.λπ. 2. καταγράφω, αναφέρω, σε Θουκ.Παθ., διαμνημονεύεται ἔχειν, αναφέρεται ότι έχει, σε Ξεν.